Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

Νίκος Κουνενής, «Περί δημοκρατίας: σάτιρα ηθών και θεσμών», εκδ. Μεταίχμιο (Απόσπασμα)

 

Η αερολογοκρατία 

   Αερολογία, χυδαιστί παπαρολογία, (και, για τους αρχαιομαθείς, επεοπτεροντική ρητορεία ή φιλοσοφία της αμπέλου) καλείται ο λόγος ο οποίος στερείται ουσιαστικού (ή και οποιουδήποτε άλλου) περιεχομένου. Οι αντίπαλοι της πραγματιστικής δημοκρατίας προσάπτουν στους τους εκπροσώπους των κομμάτων εξουσίας (και των προθύμων συμμάχων τους),  τον χαρακτηρισμό του αερολόγου. Θα επιχειρήσω εδώ να αποδείξω με ισχυρά επιχειρήματα τη βαρύτατη πλάνη στην οποία περιπίπτουν οι εμπαθείς αυτοί άνθρωποι.

   Ο έντεχνος λόγος των ειδικευμένων ρητόρων της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, ο διασυρόμενος ανευθύνως ως αερολογικός, διακρίνεται, γενικώς, σε δυο βασικές κατηγορίες: τον απλό και τον σύνθετο. Οι φορείς του απλού λόγου έχουν ως αρχή τους την ανάδειξη της αυτονόητης αλήθειας σε ολοφάνερο πυρήνα της εκάστοτε ασκούμενης, και πάντα γειωμένης, κυβερνητικής πολιτικής. Οι εκφραστές του σύνθετου λόγου, αντιθέτως, παρουσιάζουν την ίδια αλήθεια μέσα από υποδειγματικά λεκτικά φίλτρα, κατανοητά μόνον από στενούς κύκλους μυημένων ή και αποκλειστικά από τον εαυτό τους. Οι δυο αυτές εκδοχές αλληλοσυμπληρώνονται, αποδεικνύοντας τόσο τον πραγματισμό των υπεύθυνων πολιτικών όσο και το υψηλό επίπεδο του στοχασμού τους.

   Η πλέον συνεπής και αποτελεσματική έκφραση του απλού πολιτικού λόγου είναι αυτή της ενακαινακανουνδυολογίας (εκ του «ένα κι ένα κάνουν δυο»). Βασικά της χαρακτηριστικά είναι το λιτό λεξιλόγιο, που σπανίως υπερβαίνει τις εκατό έως εκατόν σαράντα λέξεις, και η διαρκής έκπληξη η οποία είναι αποτυπωμένη στα πρόσωπα των φορέων της. Η έκφραση αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι οι ρήτορες της συγκεκριμένης κατηγορίας αδυνατούν απολύτως να αντιληφθούν πώς είναι δυνατόν ορισμένοι εκ των συνομιλητών τους να μην μπορούν να κατανοήσουν μια πραγματικότητα η οποία εκτίθεται εντελώς γυμνή μπροστά στα μάτια τους και ως εκ τούτου να επιμένουν να αντιδικούν με τους εκφραστές της. Πέραν της πολιτικής, διακεκριμένους εκπροσώπους της ανωτέρω τάσης συναντάμε επίσης στα μέσα ενημέρωσης και στον μεγαλοεπιχειρηματικό χώρο.

   Εμβληματικό παράδειγμα λεκτικής προβολής του αυτονόητου ως αυταπόδεικτης και αυτοτροφοδοτούμενης αλήθειας αποτελεί ο λόγος του κεντροδεξιού πολιτικού και επιχειρηματία Στέφανου Μάνου, πρώην υπουργού και βουλευτή του μεγάλου κεντροδεξιού κόμματος, ο οποίος εκλέχτηκε μια φορά και με το μεγάλο κεντροαριστερό κόμμα, και εν συνεχεία ηγήθηκε μερικών business plun  εξωκοινοβουλευτικών σχηματισμών. Σύμφωνα με την πολιτική αντίληψη του ανδρός, η πεποίθηση πολλών πως ζούμε σε έναν σύνθετο και βυθισμένο στην αδικία κόσμο, η γνώση του οποίου απαιτεί διαρκή και αρκούντως επίπονη ανάλυση, αποτελεί μύθευμα. Τα πάντα βρίσκονται μπροστά στα μάτια μας, απολύτως αναγνωρίσιμα και δηλωτικά της μοναδικής εφικτής- και μη επιδεχόμενης ουσιαστικών αλλαγών- πραγματικότητας. 

   Η επιχειρηματολογία του κυρίου Μάνου αναπτύσσεται κάπως έτσι: Η χώρα βυθίστηκε στο χρέος και στα ελλείμματα; Όλοι ευθυνόμαστε εξίσου γι αυτό, οπότε όλοι πρέπει να πληρώσουμε για να σωθεί. Οι μισθωτοί, συνταξιούχοι και μικροί επαγγελματίες διαμαρτύρονται πως οι ίδιοι δεν ευθύνονται, καθώς επιβαρύνονται με το μεγαλύτερο μέρος της φορολογικής πίττας, την ίδια ώρα  που οι μεγαλοκεφαλαιούχοι το γλεντάνε ανενόχλητοι σε βάρος των ίδιων και της οικονομίας; Αστεία πράγματα. Αν δεν υπήρχαν οι μεγαλοεπιχειρηματίες, δεν θα υπήρχαν οι μισθωτοί, άρα και οι συνταξιούχοι. Στην περίπτωση που τα βάρη της κρίσης πέσουν στους πρώτους, οι δεύτεροι θα συντριβούν ολοκληρωτικά. Ναι, αλλά τελικά πληρώνουν το μάρμαρο μόνο οι φτωχοί, ενώ π.χ. οι τραπεζίτες επιδοτούνται με δεκάδες δις. Ωραία λοιπόν, να μην επιδοτούνται τα πιστωτικά ιδρύματα, να χρεοκοπήσουν, να δούμε τότε τι θα λένε οι εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι για τις καταθέσεις τους. Τα λεφτά των ασφαλιστικών ταμείων φαγώθηκαν σε άτοκες καταθέσεις, απαξιωμένες μετοχές και δημημένα ομόλογα. Και τι να κάνουμε τώρα, να τα αδειάσουμε τελείως, σπαταλώντας τα στις συντάξεις; Μα το ύψος των συντάξεων  καθορίζεται από τις εισφορές των ίδιων των εργαζομένων, οπότε δικαιούνται να πάρουν τα λεφτά τους πίσω. Θα τα έπαιρναν, αν υπήρχαν. Ας διαλέξουν, επιτέλους, οι άνθρωποι. Ή λιγότερα και σίγουρα λεφτά, ή καθόλου συντάξεις. Ένα κι ένα κάνουν δυο.

   Στην ίδια με τον Μάνο ρητορική γραμμή κινούνται ο κεντροδεξιός πρώην υπουργός και βουλευτής, που εκλέχτηκε επίσης μια φορά και με το μεγάλο κεντροαριστερό κόμμα, Ανδρέας Ανδιανόπουλος, ο κεντροδεξιός υπουργός Γιώργος Σουφλιάς, ο κεντροαριστερός αντιπρόεδρος Θεόδωρος Πάγκαλος και πολλοί άλλοι. Η απλότητα της επιχειρηματολογίας αυτής της κατηγορίας των πολιτικών ρητόρων, τους καθιστά περιζήτητους από τα τηλεοπτικά κανάλια, ειδικά στις περιόδους στις οποίες πρέπει να τεκμηριωθεί η ανάγκη σκληρών θυσιών εκ μέρους των εργαζομένων και των συνταξιούχων, προκειμένου να σωθεί η πληττόμενη κερδοφορία των επιχειρήσεων και κατ’ επέκταση η εθνική οικονομία.

   Η τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία των εκπροσώπων της απλής εκδοχής του έντεχνου πολιτικού λόγου ενισχύεται με ιδανικό τρόπο από τους  ταλαντούχους εκφραστές της σύνθετης τάσης του. Στη δεύτερη αυτή κατηγορία συναντάμε τρεις διακριτές υποκατηγορίες: Τη γριφολογία, την ολιγολεκτική διάλεκτο και την πλειστολεκτική διάλεκτο.

   Πρύτανης της γριφολογικής εκδοχής πολιτικού λόγυ στη χώρα μας υπήρξε ο αείμνηστος κεντροδεξιός πρωθυπουργός και Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής ο πρεσβύτερος. Οι λιτοί, στην κυριολεξία δωρικοί, γρίφοι του εντυπωσίασαν το κοινό της εποχής, το οποίο επιδιδόταν σε επίπονες- και συνήθως ανεπιτυχείς- προσπάθειες να τους ερμηνεύσει. Το μυστήριο εντεινόταν εξαιτίας του γεγονότος ότι η βαριά προφορά του μεγάλου αυτού πολιτικού στερούσε από τις ρήσεις του την απαραίτητη άρθρωση.

  Μερικοί από τους απλούστερους, και οπωσδήποτε επιδεχόμενους ερμηνείας γρίφους του Καραμανλή είναι οι εξής: «Ή εμείς ή το χάος» (Μήνυμα προσανατολισμού ενάντια στις τάσεις αυτοκαταστροφής του εκλογικού σώματος, και, κατ’ επέκταση, της χώρας). «Έξω πάμε καλά» (Ιδιοφυής ημιπρόταση που υπαινίσεται υπογείως ότι μέσα δεν πάμε καθόλου καλά). «Η Ελλάς είναι ένα απέραντο φρενοκομείο» (Ψυχιατρική διάγνωση, που μέσα από έξι μόνο λέξεις ερμηνεύει σε βάθος τα αίτια και τις κακοδαιμονίες της ελληνικής κοινωνίας). «Λατρεύω τις σπανακόπιτες» (Έμμεση προτροπή προς το λαό να επιλέγει φτηνές και υγιεινές διατροφικές λύσεις, προκειμένου να διαπαιδαγωγηθεί στην ανάγκη προσαρμογής του στις απαραίτητες πολιτικές λιτότητας).

   Μετά τον θάνατο του μοναδικού αυτού ηγέτη και δεδομένου του υψηλού πήχυ τον οποίο ο ίδιος είχε τοποθετήσει στον χώρο της γριφολογίας, η υποκατηγορία αυτή της σύνθετης εκδοχής του έντεχνου πολιτικού λόγου περιέπεσε σε παρακμή, και στις ημέρες μας έχει σχεδόν εκλείψει.

   Η ολιγολεκτική διάλεκτος είναι μια υποκατηγορία πολιτικού λόγου που υιοθετείται από πολιτικούς οι οποίοι διαθέτουν σχετικά φτωχό λεξιλόγιο, το οποίο ωστόσο αξιοποιούν ιδανικά μέσω της διατύπωσης ιδιότυπων- και συνήθως δυσανάγνωστων από τους αδαείς πολίτες- προτάσεων. Οι τελευταίες συνοδεύονται κατά κανόνα από στομφώδες και περισπούδαστο ύφος. Η ολιγολεκτική διάλεκτος εκφέρεται από στόματος αρκετών πολιτικών (ανδρών κυρίως) και άνθισε κυρίως στην περίοδο 1975- 1990. Σε αντίθεση με την γριφολογία, οι κυριότεροι εκπρόσωποι αυτού του είδους ανήκουν στην κεντροαριστερά. Ξεχωριστές εκφραστές του υπήρξαν δυο στενοί συνεργάτες του αείμνηστου κεντροαριστερού πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, ο Άκης Τσοχατζόπουλος και ο Κίμων Κουλούρης. Ο δεύτερος, εκτός των άλλων, επιδόθηκε ημιεπιτυχώς και στη διαρκή μίμηση του εκφραστικού λόγου και ύφους του ταλαντούχου ηγέτη του.

   Για να γίνει κατανοητός ο τρόπος με τον οποίο εκφράζονταν οι εκπρόσωποι της συγκεκριμένης κατηγορίας επιχειρώ την κατασκευή δυο προτάσεων αυτού του τύπου: «Το Κίνημά μας ανασυνθέτει τη δυναμική της λαικής δυνατότητας με δυναμικό τρόπο στο πλαίσιο του εφικτού και του δυνατού, αξιοποιώντας τη δύναμη που του δίνουν με τους δυναμικούς αγώνες τους οι μη προνομιούχοι». «Η μεγάλη νίκη μας, δεν ανήκει σε μας, αλλά αποκρυσταλλώνει τη λαική απόφαση του λαού να αναδείξει εμάς στην κυβέρνηση και τον λαό στην εξουσία, εν ονόματι των διαχρονικών λαικών συμφερόντων και οραμάτων του υπερήφανου λαού μας».

   Η πλειστολεκτική διάλεκτος, είναι, κατά γενική ομολογία, η ανώτερη ποιοτικά υποκατηγορία του έντεχνου- και εδώ πραγματικά περίτεχνου- πολιτικού λόγου. Οι πολιτικοί που την υπηρετούν διαθέτουν υψηλότατο δείκτη ευφυίας, πλούσιο λεξιλόγιο και ευδιάκριτες επικοινωνιακές ικανότητες. Και εδώ ο χώρος της κεντροαριστεράς είναι αυτός ο οποίος φιλοξενεί στους κόλπους του την πλειονότητα των εκλεκτών αυτών δημιουργών, μεταξύ των οποίων ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει στον Κώστα Λαλιώτη. Εκτός του γεγονότος ότι ο ξεχωριστός αυτός πολιτικός υπήρξε στενός συνεργάτης του Α. Παπανδρέου και συνδιαμορφωτής της φυσιογνωμίας του μεγάλου κεντροαριστερού κόμματος, διακρίθηκε και σε μια μορφή προσωπικού λόγου, που από πολλούς καταγράφηκε ως «λαλιωτική μιλιά». Ο υψηλός βαθμός περιπλοκότητας της τελευταίας καθιστά τη γλωσσολογική της ανάλυση απολύτως αδύνατη.

   Ξεχωριστή σχολή πολιτικού (και όχι μόνο) πλειστολεκτικού λόγου έχει δημιουργήσει τα τελευταία χρόνια ο γνωστός βουλευτής και συγγραφέας Μίμης Ανδρουλάκης. Ο ευφυέστατος αυτός άνθρωπος εγκαινίασε τη συμμετοχή του στα κοινά με την παρουσία του στη συντονιστική επιτροπή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.  Στη συνέχεια έγινε σκληρός αριστερός βουλευτής, ενώ αργότερα μετεξελίχθηκε σε μαλακό αριστερό βουλευτή. Εν τέλει (ή μάλλον εν συνεχεία, διότι κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με ακρίβεια σε ποιο κόμμα θα κλείσει τον πολιτικό του κύκλο ένας τόσο ανήσυχος και υπερκινητικός πολιτικός), κατέληξε στο μεγάλο κεντροαριστερό κόμμα, με τη σημαία του οποίου πλέον εκλέγεται.

   Ο αναγεννησιακός αυτός άνθρωπος εκφράζει την πολυγνωστική (και κατά τους αντιπάλους του ξερολική) τάση της πλειστολεκτικής διαλέκτου. Σε αντίθεση με τον  υπαινικτικό λόγο άλλων πλειστολεκτούντων ρητόρων, ο λόγος του Ανδρουλάκη, προφορικός και γραπτός, είναι χειμαρρώδης και βρίθει επιχειρημάτων, αντλημένων από τους χώρους της πολιτικής, της επιστήμης, του πολιτισμού, του έρωτα, της γευσιγνωσίας, της φυσικής, της αστρονομίας, της ιατρικής, της φιλοσοφίας, της ψυχανάλυσης, της κοινωνιολογίας, της βιολογίας,  της ιντερνετολογίας, των μαθηματικών, της μελλοντολογίας, της οικονομίας, της οινολογίας, της γευσιγνωσίας κ.λπ. και συνοδεύεται, στις ζωντανές εμφανίσεις του, από μια εμβληματικώς διδακτική κίνηση του τεταμένου δείκτη της δεξιάς του χειρός.      

   Απαντώντας σε όσους κατηγορούν τον αιρετικό αυτό στοχαστή ότι διακατέχεται από έναν υπερφίαλο και απολύτως ναρκισιστικό θεωρητικό ξερολισμό, υπενθυμίζω ότι η στάση του στη βουλή κατά τη διάρκεια της ψήφισης του μνημονίου και όλων των λοιπών νομοθετικών ρυθμίσεων για τη διάσωση της χώρας υπήρξε απολύτως υπεύθυνη και ολιγολεκτική. Όσες φορές ο πρόεδρος του ναού της δημοκρατίας τον ρώτησε τι ψηφίζει, εισέπραξε την ίδια περήφανη απάντηση: «Ναι σε όλα!»   

   Πέραν των κατηγοριών έντεχνου πολιτικού λόγου που αναφέρθηκαν, η ρητορική έκφραση εκάστου πολιτικού σφραγίζεται και από το ιδιαίτερο προσωπικό του στίγμα. Τα σαρδάμ ή οι κάθε είδους γλωσσικές εμπλοκές, λόγου χάριν, του αείμνηστου αρχηγού του κεντροδεξιού κόμματος Μιλτιάδη Έβερτ και των κεντροαριστερών πρωθυπουργών Κώστα Σημίτη και Γιώργου Παπανδρέου του νεότερου αποτελούν ευδιάκριτα συστατικά στοιχεία της πολιτικής, και όχι μόνον, έκφρασής τους. Παραθέτω εδώ χαρακτηριστικά παραδείγματα: «Όποιος δεν συμφωνεί, ιδού η πρότα» (= πόρτα), του Κ. Σημίτη. «Πχιότητα» (= Ποιότητα), του ίδιου, «Ραντεβού στις κάλτσες!» (=κάλπες), του Γ. Παπανδρέου. Η εκφραστική ιδιοτυπία του τελευταίου περιλαμβάνει επίσης και άλλα αξιοσημείωτα διακριτικά στοιχεία. Ένα από αυτά είναι το μπέρδεμα των άρθρων: «του πολιτικής κατάστασης της χώρας», «του κυβέρνησης», «της ελλείμματος τον κρατικού προυπολογισμού» κ.λπ. Το σημαντικότερο ωστόσο από τα εκφραστικά γνωρίσματα του ιδιοφυούς αυτού πολιτικού είναι οι περίφημες περιοδικές παύσεις του λόγου του, συνοδευόμενες από ένα αργό και αρκούντως διακριτικό  «αααααα…». Πρόκειται για ένα γνωστό αγγλοσαξωνικό ημιεπιφώνημα, αντίστοιχο του ελληνικού «εεεεεεε…» και του γαλλικού «υυυυυυυ…».                                               

   Μια ειδική εκδοχή δημόσιας ρητορείας, που μπορεί να εκφραστεί και συνδυαστικά με τις προηγούμενες, είναι αυτή που εκφράζει ταυτόχρονα δυο ή περισσότερα αντιτιθέμενα νοήματα, στο πλαίσιο της γνωστής ρήσης «και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ». Ο σημαντικότερος εκφραστής αυτής της τάσης είναι ο Αντώνης Σαμαράς. Ο ταλαντούχος αυτός κεντροδεξιός ηγέτης καταφέρνει να συνδυάσει τον αντιπολιτευτικό λόγο με την συμπολιτευτική ουσία και τη δεξιά στόχευση με τον λαικό προσανατολισμό. Στις ομιλίες αγριεύει εναντίον των εγχωρίων αντιπάλων του, καταφέρνοντας ταυτόχρονα με υποδειγματικό τρόπο να συγκατανεύει διαρκώς σε κεντρικές πολιτικές επιλογές των τελευταίων (π.χ. στις εργασιακές σχέσεις, τις ιδιωτικοποιήσεις, την παιδεία κ.ά.) και προετοιμαζόμενος να παίξει σύντομα- και με ελάχιστες επιφανειακές παραλλαγές- τον δικό τους ρόλο.

   Ένα ακόμη αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό του λόγου του Σαμαρά είναι το γεγονός ότι αυτός διαθέτει ένα άκρως συμβατικό στυλ, με αποτέλεσμα οι ρήσεις του να μη διατηρούνται στη μνήμη όσων τον ακούν για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δυο έως τεσσάρων ωρών. Το γεγονός αυτό του επιτρέπει να αλλάζει διαρκώς θέσεις, χωρίς να κινδυνεύει να χαρακτηριστεί ασυνεπής (χυδαιστί κωλοτούμπας), όπως άλλοι, λιγότερο προικισμένοι, συνάδελφοί του.

   Μια ακόμη ενδιαφέρουσα διάσταση του έντεχνου πολιτικού λόγου είναι και η διαρκής επανάληψη ορισμένων προτάσεων, χαρακτηριστικών της εκφραστικής ιδιαιτερότητας του κάθε ενός πολιτικού: π. χ. «Νοιώθω βαθιά ανθρώπινη συγκίνηση», του  Ανδρέα Παπανδρέου. «Γιατί να το κρύψωμεν, άλλωστε;» του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη κ.λπ.

   Ανάλογη είναι και η εμμονή αρκετών πολιτικών στην επανάληψη μια και μόνης λέξης, αυτής που κατά τη γνώμη τους αποτελεί το επίκεντρο της φιλοσοφίας και της ίδιας της δημόσιας ύπαρξής τους. Ο Νίκος Κωνσταντόπουλος, κεντροαριστερός πρώην πρόεδρος αριστερού κόμματος, αποτελεί εμβληματικό εκφραστή αυτής της τάσης. Σημείο κλειδί κάθε ομιλίας ή συμμετοχής του σε μια συζήτηση είναι η λέξη «θεσμός» και τα παράγωγά της. Κατά κάποιον τρόπο το προσωπικό ενδοεγγεφαλικό λεξικό του ευπρεπούς αυτού πολιτικού περιλαμβάνει τη διαρκή επανεμφάνιση αυτής της λέξης ως πέμπτης, μετά από τέσσερις που προηγούνται βάσει της λεξικογραφικής σειράς. Π.χ. (στο γράμα Α): α, αβαείο, αβαθής, αβαθμολόγητος, θεσμός, άβαθος, άβακας, αβάκιο, αβαλσάμωτος, θεσμός κ.λπ. (Παρόμοιο εσωτρικό λεξικό διαθέτει και ο κεντροαριστερός ηγέτης Φώτης Κουβέλης).

   Ας σημειωθεί ότι ο αταλάντευτος σε ζητήματα πολιτικής συνέπειας Κωνσταντόπουλος έβαλε αρκετό νερό στο θεσμικό κρασί του, αποδεχόμενος την πρόταση που του έκανε ο όμιλος Βαρδινογιάννη να γίνει πρόεδρος της ΠΑΕ Παναθηναικός. Συνηπήρξε έτσι, για λίγο, με παράγοντες που χρησιμοποιούσαν μια γλώσσα μάλλον ακατέργαστη και, βρίθουσα ύβρεων και σεξισμών (π.χ. «Το ζήτημα, πρόεδρε, είναι να ξεσκ…με στο ντέρμπι τον γ……νο τον Ολυμπιακό. Όλα τα άλλα είναι τρίχες, με το συμπάθειο»). Ο ιστορικός συμβιβασμός του μορφωμένου αυτού ηγέτη με τον άξεστο κόσμο του ποδοσφαίρου έληξε άδοξα, με την αιφνίδια εκπαραθύρωσή του από την ΠΑΕ, λόγω εσπευσμένης αλλαγής της ιδιοκτησίας της.

   Εκτός από τις λεκτικές γλώσσες ιδιαίτερους τρόπους πολιτικής έκφρασης μπορούμε να εντοπίσουμε και στη λεγόμενη «γλώσσα του σώματος». Ο Α. Παπανδρέου, για παράδειγμα, απευθυνόταν στους παθιασμένους οπαδούς του ανοιγοκλείνοντας περήφανα τα χέρια του, κατά το υπόδειγμα του αετού. Ο διάδοχοί του Κ. Σημίτης και Γ. Παπανδρέου ακολούθησαν με σχετική επιτυχία αυτό το πρότυπο, παραπέμποντας ο ένας σε ζωηρή μπεκάτσα και ο άλλος σε ευθυτενή παπαγάλο του Ειρηνικού.           

   Υπόδειγμα επιμελώς προετοιμασμένης, χρήσης της γλώσσας του σώματος αποτελεί αυτή του υπουργού του μεγάλου κεντροδεξιού κόμματος, μετέπειτα δημάρχου, εν συνεχεία αρχηγού ενός βραχύβιου κόμματος και τελικώς (αν και ουδείς γνωρίζει το τέλος) εκ νέου βουλευτής, υπουργός, και αντιπρόεδρος του αρχικού του κόμματος, Δημήτρης Αβραμόπουλος. Ντυμένος και χτενισμένος άψογα, ο σύγχρονος αυτός πολιτικός, ομιλεί κουνώντας τα χέρια του κατά έναν περιοδικά επαναλαμβανόμενο τρόπο: Αρχικά κινεί τρεις φορές προς τα έξω την δεξιά παλάμη. Εν συνεχεία την κατεβάζει και ανεβάζει την αριστερή παλάμη επαναλαμβάνοντας με ακρίβεια την προηγούμενη κίνηση. Ακολούθως την κατεβάζει και αυτή και προτείνει- σε ήπιο πάντα στυλ- τον τεταμένο δείκτη του δεξιού του χεριού, δείχνοντας προς την κάμερα (ασχέτως του αν υπάρχει ή όχι τηλεοπτικό συνεργείο μπροστά του). Μετά επαναλαμβάνει την δεικτοβαρή αυτή κίνηση με το αριστερό του χέρι, κατόπιν ξαναρχίζει τη διαδικασία της εξερχόμενης δεξιάς παλάμης κ.ο.κ.  

  Ειδική έκφραση της γλώσσας του σώματος είναι η οφθαλμική τοιαύτη. Στα αξιοσημείωτα πολιτικά βλέμματα μπορούν να συμπεριληφθούν, επιλεκτικώς, τα εξής: το αγέρωχο (Γ. Παπανδρέου ο πρεσβύτερος, Κ. Καραμανλής ο πρεσβύτερος και Α. Παπανδρέου), το απλανές (Κ. Σημίτης και Γ. Παπανδρέου ο νεότερος), το εξυπνοπονηροαπειλητικό (Κ. Μητσοτάκης και Ντ. Μπακογιάννη), το βαμπιρικό (οι ίδιοι), το περί άλλα τυρβάζον (Κ. Καραμανλής ο νεότερος), το καισαροπαπικό (Ε. Βενιζέλος) το γκλαμουχλιδάτο (Δ. Αβραμόπουλος, Ά. Σπηλιωτόπουλος), το κλαυθμηρό (Α. Λοβέρδος), το ζοχαδιακό (Θ. Πάγκαλος) κ.λπ.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: